Παίζοντας μαλακία τα μεσάνυχτα στην πολυκατοικία
Την πρώτη φορά που την κοίταξα στα μάτια, κατάλαβα ότι θα γινόταν μαλακία. Δεν ήταν η ομορφιά της. Ήταν ο τρόπος που στεκόταν στο κατώφλι, ξυπόλητη, με το τσιγάρο να στάζει καμένη στάχτη στο πάτωμα. Σαν να μην έδινε ρέντα για τίποτα. Σαν να είχε ήδη αποφασίσει πως αργά ή γρήγορα θα κατέληγε στο δικό μου κρεβάτι, με τα σεντόνια ατημέλητα και τον ιδρώτα να μυρίζει αλάτι και αμαρτία.
Παίξε μαλακία: Στο πεζοδρόμιο της ηδονής: Το σεξ δεν είναι μόνο νυχτερινή είδηση
Τέτοιες ιστορίες πάντα έτσι αρχίζουν. Με τυχαία βλέμματα. Με γέλια και υπονοούμενα. Το βράδυ, άκουγα τα βήματά της στο πλακάκι της σκάλας — αργά, ξερά, σαν χτύπημα ρολογιού. Της άρεσε να φοράει τακούνια στιλέτο και απολάμβανε να περπατάει και τα τακούνια να χτυπάνε στο πάτωμα. Και μετά το τρίξιμο της δικής μου πόρτας. Δεν μπήκε ποτέ κανονικά. Κάθε φορά σπρώχναμε ο ένας τον άλλον σαν να είχαμε χρέη. Τα δάχτυλά της έσκαβαν στην πλάτη μου, της άρεσε να πονάει εκεί που την πιάνω απ’ τον σβέρκο. Δεν μιλούσαμε πολύ — λίγα, κοφτά, μέσα απ’ τα δόντια. Δεν ήταν φθηνό πουτανάκι που για λίγα ευρώ έδινε κώλο στον καθένα. Είχε κλάση, το ήξερε και μοίραζε χαμόγελα μόνο σε όσους γούσταρε.
Τις νύχτες που δεν ερχόταν, η πολυκατοικία μύριζε άδεια. Πλαστικό και σκουριά. Και εγώ καθόμουν στην κουζίνα, ακούγοντας τον ανεμιστήρα να γυρνάει, και ήξερα πως σε λίγες ώρες η πόρτα θα ξανάνοιγε χωρίς χτύπο. Γιατί τέτοιες ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ. Απλώς γίνονται πιο βρώμικες.




