Η Μύκονος έκαιγε ακόμα. Οι πέτρες κρατούσαν τη ζέστη του ήλιου σαν μνησίκακα ερωτικά σημάδια. Τα τρία κορίτσια είχαν σκίσει τα φορέματά τους πριν καν μπουν στο τζιπ. Η Νάντια οδηγούσε ξυπόλητη, με το ένα χέρι στο τιμόνι και το άλλο να τσιμπάει τον μηρό της Δήμητρας.
«Παράτα το, θα σκοτωθούμε», γέλασε η Δήμητρα, αλλά αντί να την απομακρύνει, άνοιξε τα πόδια της πιο πλατιά πάνω στο κάθισμα. Το αλάτι της θάλασσας είχε στεγνώσει πάνω της, αφήνοντας άσπρες γραμμές σαν χαραγμένα φιλιά.
Παίξε μαλακία: Πρόσωπο για τρελά γαμήσια
Η τρίτη, η Τζένη, καθόταν πίσω. Είχε βγάλει το πάνω μέρος του μαγιό της και το κρατούσε σαν σημαία έξω από το παράθυρο. «Πάμε στην Παράγκα», φώναξε, «θέλω να δω τον ψαρά με τα τατουάζ να λιώνει όταν του γλείψω το αλάτι απ’ τον λαιμό».
Σταμάτησαν στην άμμο. Το φεγγάρι ήταν θεριό εκείνη τη νύχτα, τεράστιο και κίτρινο, χύνοντας φως που έκανε τις σκιές τους να μοιάζουν με ζώα. Η Νάντια κατέβηκε πρώτη. Φορούσε μόνο ένα ασπρόμαυρο στρινγκ που είχε γίνει ένα με το δέρμα της. Περπάτησε προς την προβλήτα με αργό, λικνιστικό βήμα, χωρίς να νοιάζεται για τα βλέμματα. Οι ψαράδες από τις βάρκες σταμάτησαν να καθαρίζουν τα δίχτυα. Ένας έσβησε τη τσιγάρα στη σόλα του, σχεδόν κατά λάθος.
Παίξε μαλακία: Τα πλεονεκτήματα του τηλεφωνικού σεξ
«Έλα ‘δω, φιλαράκι», φώναξε η Δήμητρα στον πιο νέο, αυτόν με τον ιδρώτα να γυαλίζει στους ώμους. Εκείνος πλησίασε σα να τον τραβούσαν με σκοινί. Εκείνη τον άρπαξε από τη ζώνη, του έσκισε το πουκάμισο και άφησε τα νύχια της να γράψουν γραμμές στη σπονδυλική του στήλη, αίμα και αλάτι μαζί.
Η Τζένη είχε πέσει στα γόνατα στην άκρη της στεριάς. Έγλειψε το νερό απ’ την πέτρα. Ύστερα γύρισε, με τα μάτια της να γυαλίζουν, και έριξε πίσω της μια χούφτα άμμο που κόλλησε στον ιδρωμένο λαιμό της σαν ζάχαρη άχνη.
Η νύχτα μύριζε ψάρι, ιώδιο και γυναικείο ιδρώτα. Η Μύκονος σιγοβράζει. Όχι από καύσωνα, αλλά από τα κορμιά που δεν ήθελαν να χορτάσουν ποτέ.







